Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

π. Gheorghe Calciu-Dumitreasa : Ο Ρουμάνος αντικαθεστωτικός ιερέας που τον ήθελε νεκρό ο δικτάτορας Τσαουσέκου


Πριν 6 χρόνια, στις 21 Νοεμβρίου 2006, πέθανε σε ηλικία 80 χρονών, ο π. Gheorghe Calciu-Dumitreasa, (Γκεοργκε Κάλτσίου-Ντουμιτρεάσα) ένας θαρραλέος αντι-κομμουνιστής Ρουμάνος Ορθόδοξος ιερέας, ο οποίος έζησε στις κομμουνιστικές φυλακές της χώρας του για 21 χρόνια.

Ο πατέρας Calciu, που από το 1989 ήταν ιερέας της Ρουμάνικης Ορθόδοξης Εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού κοντά στο Baileys Crossroads της Virginia των ΗΠΑ, ήταν ένας ήρωας για τους αδελφούς του εν Χριστώ και τους αντι-κομμουνιστές σε όλο τον κόσμο, για την θαρραλέα στάση του και την ακλόνητη πίστη του, παρά τις μακροχρόνιες φυλακίσεις, τα βασανιστήρια και τις απειλές κατά της ζωής του. Αφέθηκε ελεύθερος από τη φυλακή, μετά από διεθνείς πιέσεις προς το καθεστώς του Ρουμάνου κουμουνιστή δικτάτορα Νικολάε Τσαουσέσκου. Ο πατέρας Calciu αναγκάστηκε σε εξορία το 1985 και από τότε ζούσε στη Βόρεια Βιρτζίνια.
Ο πατέρας Calciu, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του 1980 κήρυττε μέσα από την Φωνή της Αμερικής και το Radio Free Europe, επέστρεψε στη Ρουμανία το 1990 για να παρευρεθεί σε μία λειτουργία στο Βουκουρέστι παρά το γεγονός ότι τον παρακολουθούσε η κρατική ασφάλεια, η γνωστή Σεκουριτάτε(Securitate).
Μέχρι το τέλος του, υπήρξε επικριτής συγκεκριμένων Ρουμάνων Ορθόδοξων επισκόπων, οι οποίοι υπήρξαν μυστικοί πράκτορες της Securitate, επί κομμουνιστικού καθεστώτος.

Ο πατέρας Calciu γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1925. Ήταν ο μικρότερος από τα 11 παιδιά της οικογένειας Κάλτσιου και καταγόταν από το χωριό Μαχμουντία του νομού Tulcea.
Φυλακίστηκε για πρώτη φορά επειδή μιλούσε κατά της επιβολής του κομμουνισμού το 1948, σε ηλικία 21 χρονών, όταν ήταν φοιτητής της Ιατρικής.
«Διαμαρτυρόμασταν κατά του αθεϊσμού, της κολεκτιβοποίησης των μέσων παραγωγής, της καταστροφής της διανόησης και της αστικής τάξης», δήλωσε στην Washington Post το 1989. «Στους κομμουνιστές δεν άρεσε αυτό, και με έβαλαν στη φυλακή για 16 χρόνια».
Το 1948 οι κομμουνιστές αποφάσισαν να φυλακίσουν όλη την αφρόκρεμα της ρουμανικής διανόησης, αλλά και τους φοιτητές και όσους αντιτείνονταν ή νόμιζαν οι κομμουνιστές ότι αντιτείνονταν στην ιδεολογία τους, είτε για πολιτικούς, είτε για θρησκευτικούς λόγους. Έτσι συνελήφθη και ο φοιτητής Γκεργκε Κάλτσιου με την κατηγορία της «υπονόμευσης της ασφάλειας του κράτους» και οδηγήθηκε στη φυλακή - στρατόπεδο εξόντωσης του Πιτεστι.



Στο Πιτέστι το κάθε κελί είχε ώρα προσευχής. Όταν το ένα κελί τελείωνε την προσευχή χτυπούσε τοίχο και άρχιζε η προσευχή στο άλλο κελί. Όταν άρχισε η «επαναδιαπαιδαγώγηση» στο Πιτέστι,υπήρχε ήδη ένα κέντρο προσευχής και πνευματικότητας. (Τη διετία 1949-1951 στις φυλακές του Πιτεστι έλαβε μέρος το πιο φριχτό και σατανικό πείραμα των κομμουνιστικών φυλακών. Η προσπάθεια «επαναδιαπαιδαγώγησης» των κρατουμένων και η δημιουργία ενός νέου, κομμουνιστικού ανθρώπου, μέσα από απάνθρωπα βασανιστήρια).

Εκεί λοιπόν, ο πατέρας Calciu ήρθε σε επαφή με άλλους ιερείς που είχαν φυλακιστεί επίσης, και βλέποντάς τους η πίστη του μεγάλωνε.

Ο πιο φοβερός βασανιστής του στρατοπέδου ήταν ο Εουτζέν Τσουρκάνου (Eugen Ţurcanu). Αυτός, όπως διηγούνται όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από τα χέρια του, «ήταν γεμάτος από μανία και οργή» μια μανία δαιμονική. Στις ανακρίσεις όταν τελείωνε τα βασανιστήρια έλεγε: «Αν ο Χριστός ζούσε στον καιρό μου, δε θα έφτανε καν στο Σταυρό».
Λέει ο π. Γκεοργκε: «Ο Τσουρκάνου -φώτο- είχε επάνω του κάτι το δαιμονικό. Αυτός ήταν ο ανώτατος δαίμονας της επιχείρησης Πιτέστι. Είχε μια δύναμη επιβολής φοβερή. Όταν έμπαινε στο κελί έσπερνε τον τρόμο. Όλη η φυλακή τον έτρεμε. Έπαιρνε τους καλύτερους από εμάς και τους κτυπούσε, τους βασάνιζε, τους άλλαζε κυριολεκτικά. Ακόμη κι αν δεν άλλαζε κάτι στη ψυχή τους, ο τρόμος ήταν τόσο μεγάλος που μερικοί γίνονταν από μόνοι τους καταδότες. Έτσι εισήγαγε την έλλειψη εμπιστοσύνης, τον τρόμο και την απελπισία σε πολλούς από εμάς. Μερικοί άντεξαν, άλλοι όχι. Άλλοι πέθαναν την ώρα των βασανιστηρίων και άλλοι αυτοκτόνησαν. Λίγοι άντεξαν μέχρι τέλους. Κάποιοι απ’ αυτούς που έπεσαν, ξανασηκώθηκαν. Νωρίτερα ή αργότερα, επειδή η επανόρθωση της ψυχής δεν είναι σαν την επανόρθωση του σώματος. Η ψυχή έχει πιο μυστηριακούς νόμους, επανέρχεται δυσκολότερα. Η δική μου επανόρθωση ήταν δυσκολότερη γιατί το ρήγμα ήταν μεγαλύτερο. Ήμουν 25 ετών, αρκετά αφελής, ένα παιδί από χωριό με δυνατή πίστη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω μαζί με τον Πουιου Ντόμπρε. Του έγραψα τη σκέψη μου σ’ ένα σαπούνι. Ο Τσουρκάνου με είδε όταν το πέταξα. Μ’ έλιωσε στο ξύλο. Δεν ήξερα πια να διαβάζω, δε γνώριζα τα γράμματα, ξέχασα ακόμη και το “Πάτερ ημών”. Χωρίς καμιά διανοητική προσπάθεια αισθανόμουν από την καρδία να αχνοφέγγει η προσευχή του Ιησού. Σ’ εκείνη την απελπισία υποσχέθηκα στο Θεό ότι όταν βγω από τη φυλακή θα γίνω ιερέας. Οι άλλοι κρατούμενοι με θεωρούσαν άγγελο …..ναι, έναν άγγελο. Ναι, αλλά ένας άγγελος ξεπεσμένος. Συνήλθα τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σε κάποιες τρομαχτικές ενέργειες οι οποίες αποσκοπούσαν στο να μετατραπούν τα θύματα σε θύτες. Τότε ξύπνησε μέσα μου το πνεύμα δικαιοσύνης και ο φύλακας άγγελος μου με βοήθησε -ρισκάροντας τη ζωή μου- να λάβω θέση βάζοντας στοπ σ’ αυτά τα σχέδια».

Αφέθηκε ελεύθερος λόγω μιας γενικής αμνηστίας, αλλά του απαγορεύτηκε να σπουδάσει θεολογία. Έτσι, σπούδασε γαλλικά για τέσσερα χρόνια, αλλά κρυφά κανόνισε να σπουδάσει για ιερέας με τη συγκατάθεση του Ιουστινιανού, του Πατριάρχη της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το 1971 τελείωσε την Θεολογική σχολή ενώ, εν τω μεταξύ, είχε παντρευτεί την κόρη ενός πρώην κρατουμένου.

Η «παράνομη πίστη» του ανακαλύφθηκε από την μυστική αστυνομία το 1972. Για να σώσει τη ζωή του, ο Ιουστινιανός τον διόρισε καθηγητή της γαλλικής και της Καινής Διαθήκης στην Ορθόδοξη Ιερατική Σχολή στο Βουκουρέστι. Χειροτονήθηκε εκείνο το έτος. Για τα επόμενα πέντε χρόνια, η κυβέρνηση του Τσαουσέσκου έδειξε κάποια ανοχή στα αντι-μαρξιστικά κηρύγματά του. Όμως, μετά το θάνατο του Ιουστινιανού, το 1977 και το διορισμό ενός σκληρού - και «νομιμόφρονα» προς το κομμουνιστικό καθεστώς - πατριάρχη, οι συνθήκες έχουν επιδεινωθεί.

Το σύμβολο της Σεκουριτάτε


Ο πατέρας Calciu ανακοίνωσε τα σχέδιά του να δώσει μια σειρά από επτά κηρύγματα το χειμώνα του 1978. Στα κηρύγματά του επιτέθηκε κατά των αντι-θρησκευτικών διώξεων του Τσαουσέσκου. Μετά από το τρίτο κήρυγμα, τον πέταξαν έξω από την εκκλησία. Εκείνος απτόητος κήρυξε στα σκαλιά της εκκλησίας. Η κυβέρνηση έκλεισε τις πύλες της σχολής, αλλά οι πιστοί αναρριχήθηκαν πάνω από τα τείχη της σχολής για να τον ακούσουν. Ο νέος πατριάρχης τον απέλασε ως «αντιφρονούντα» και, στερούνται την προστασία της εκκλησίας, συνελήφθη.


Φυλακίστηκε για δεύτερη φορά και αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. "Ο Τσαουσέσκου με είδε σαν προσωπικό του εχθρό," είχε πει ο πατέρας Calciu. "Για το λόγο αυτό ζήτησε να εφαρμοστούν σε μέναειδικές μέθοδοι βασανισμού."


Επειδή ο θαρραλέος ιερέας δεν «έσπαγε», η κυβέρνηση αποφάσισε να τον σκοτώσει χρησιμοποιώντας δύο συγκρατούμενούς του, που είχαν καταδικαστεί για ανθρωποκτονία και στους οποίους είχαν υποσχεθεί ότι θα τους δείξουν «επιείκεια», εάν θα τον σκότωναν. Το σχέδιο ήταν να στέκεται σε μια γωνιά του κελιού και να μην του επιτρέπεται να φάει, να πιεί, να μιλήσει ή να ξεκουραστεί χωρίς άδεια, και συχνά να τον δέρνουν.


Μετά από τρεις εβδομάδες, οι δύο συγκρατούμενοι κλήθηκαν από τον επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας. Όταν επέστρεψαν, όπως είπε ο πατέρας Calciu, οι βασανιστές του ήταν υποτονικοί. Αφού τον πήγαν σε μια μικρή αυλή της φυλακής, οι συγκρατούμενοί του του είπαν να σταθεί σε μια γωνία, ενώ αυτοί συζητούσαν μεταξύ τους. Αισθανόμενος ότι πρόκειται να πεθάνει, ο πατέρας Calciu ομολόγησε τις αμαρτίες του και προσευχήθηκε για την οικογένειά του. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, οι άνδρες τον πλησίασαν.
"Και ο νεώτερος είπε, «πάτερ» - και αυτή ήταν η πρώτη φορά που με είπε πάτερ-" έχουμε αποφασίσει να μην σας σκοτώσουμε»".


Εκείνη την Κυριακή, ζήτησε άδεια για να τελέσει την Θεία Λειτουργία. Καθώς είχε κάνει τις προετοιμασίες, γύρισε και βλέπει τους δύο εγκληματίες γονατιστούς στο κρύο τσιμεντένιο πάτωμα.


Όλο τον καιρό της φυλάκισης του πατέρα Calciu, η κυβέρνησηπίεζε τον Τσαουσέσκου για την απελευθέρωσή του. Τον Αύγουστο του 1983, οι προσπάθειες αυτές, και ο φόβος του δικτάτορα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ακυρώσουν το καθεστώς συναλλαγών ευνοούμενου κράτους, αποφάσισε να τον αφήσει ελεύθερο.

Η μυστική αστυνομία (Σεκουριτάτε - φώτο) του είπε ότι θα τον μετέφεραν σε ειδική φυλακή, όπου θα πέθαινε στην ανωνυμία. Αλλά την επόμενη μέρα, αφέθηκε ελεύθερος.


Ο πατέρας Calciu πέρασε τα επόμενα δύο χρόνια σε κατ 'οίκον περιορισμό πριν ο Τσαουσέσκου τον στείλει εξορία στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1985 με τη σύζυγό του, Adriana Calciu, και το γιο του, ο Andrei Calciu, που ζουν σήμερα στο Burke


Το 1989 ένα άρθρο της Washington Post περιέγραφε το πρόσωπο του πατέρα Calciu ως "ενός παιδιού και τα μάτια του ως ανέφελα μπλε. Κάτι στο βλέμμα του δείχνει το θρίαμβο της χαράς μέσα από την αγωνία."


"Με το που ήρθα εδώ (ΗΠΑ), αποφάσισα να πω την αλήθεια, για να αφυπνιστεί η συνείδηση ​​των Δυτικών ανθρώπων που πίστευαν ότι ο Τσαουσέσκου ήταν κάτι σαν το "αδέσποτο" του κομμουνισμού», είπε. «Ήταν ένας μεγάλος εγκληματίας και το ήξερα».


Στην Ουάσιγκτον, διοργάνωσε διαδηλώσεις και πίεσε το Κογκρέσο καθώς και έκανε κηρύγματα από το ραδιόφωνο, ασκώντας κριτική στο αθεϊστικό καθεστώς της Ρουμανίας. Το FBI του είπε το 1989 ότι ο Τσαουσέσκου είχε στείλει δύο δολοφόνους οι οποίοι τον έψαχναν. Κρύφτηκε στην αγροτική Πενσυλβανία για ένα μικρό χρονικό διάστημα, επιστρέφοντας κάθε Σαββατοκύριακο για να τελεί την Θεία Λειτουργία στην Ενορία του Τιμίου Σταυρού. Αλλά είπε ότι είχε επιζήσει ήδη από δύο απόπειρες κατά της ζωής του από δηλητηρίαση και τελικά αψήφησε τις απειλές. Ήταν εφημέριος του Τιμίου Σταυρού κατά το χρόνο του θανάτου του.
Παρά το γεγονός ότι ο ιερέας αρχικά ήθελε να επιστρέψει στη Ρουμανία για να ζήσει, αποφάσισε τελικά ότι η κλήση του ήταν για τη Βιρτζίνια, στο να οικοδομήσει την εκκλησία και να προειδοποιήσει τον κόσμο για την κατάσταση στην πατρίδα του. Εκατοντάδες άνθρωποι τον υποδέχονταν κάθε φορά που επισκεπτόταν την πατρίδα του.

Ο π. Γκεόργκε πέθανε στις 21 Νοεμβρίου 2006 αφού τον κοινώνησε στο κρεβάτι του νοσοκομείου ένας άλλος πρώην κρατούμενος, των κομμουνιστικών φυλακών ο επίσκοπος Κλουζ Βαρθολομαίος Ανανία. Θάφτηκε στη Ρουμανία.

Βίντεο (στα ρουμάνικα), όπου ο δημοσιογράφος ρωτάει τον π. Γκεόργκε αν ο Τσαουσέκου ήταν "εθνικιστής" και απαντάει "όχι, ήταν κομμουνιστής".







ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / Πηγές: Washington Post και blogΠροσκυνητής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου